Προστατεύοντας το παιδί μας από την σεξουαλική κακοποίηση


Οι φροντιστές ενός παιδιού (γονείς, συγγενείς, άτομα εμπιστοσύνης) χρειάζεται να έχουν μία σταθερή στάση απέναντι στα όρια του παιδιού, ώστε να είναι σαφές το τι είναι συναίνεση και τι παραβίαση. Θα παρουσιαστούν παρακάτω ορισμένοι τρόποι, οι οποίοι θα βοηθήσουν στην ενίσχυση της έννοιας των προσωπικών ορίων, όπως, επίσης, και στη δημιουργία μιας ανοικτής επικοινωνίας με τα παιδιά.


  • Είναι πολύ σημαντικό, από την βρεφική ηλικία, να ενημερώνουμε το παιδί για οποιοδήποτε άγγιγμα κάνουμε στο σώμα του, που αφορά κυρίως φροντιστικές διαδικασίες όπως μπάνιο, άλλαγμα πάνας, ντύσιμο κλπ. Καθώς το παιδί μεγαλώνει και είναι δυνατή η επικοινωνία μαζί του, ζητάμε την συγκατάθεση του παιδιού για οποιοδήποτε άγγιγμα στο σώμα του και εξηγούμε το λόγο που χρειάζεται να γίνει. Με αυτό τον τρόπο, μαθαίνουμε στο παιδί ότι σεβόμαστε το σώμα του και ότι όλοι οφείλουν να ζητούν την συγκατάθεσή του για οποιαδήποτε κίνηση προς το σώμα του.

  • Η επιλογή των ανθρώπων που εμπλέκονται στην φροντίδα του παιδιού είναι πολύ σημαντική. Χρειάζεται να ακούσουμε το παιδί αν δεν νιώθει άνετα με κάποιον φροντιστή. Έτσι, θα προστατέψουμε το παιδί μας, ενώ παράλληλα θα δημιουργήσουμε μία σχέση εμπιστοσύνης μαζί του.

  • Χρειάζεται να κάνουμε μία ενημέρωση στο παιδί από μικρή ηλικία σχετικά με τις λειτουργίες του σώματος και την ανατομία του, τις λειτουργίες των οργάνων, την αναπαραγωγή και τις ασθένειες. Είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε κατάλληλες λέξεις, σύμφωνα με την ηλικία του παιδιού. Σε αυτή την ενημέρωση μπορεί να βοηθήσει κάποιο παρεμφερές υλικό, όπως βιβλία ή βίντεο. Έτσι, το παιδί ενημερώνεται και γνωρίζει τι είναι σωστό, τι είναι αλήθεια και τι μπορεί να είναι μύθος, ώστε να μην καταστεί δυνατή μία παραπλάνηση. Σε περίπτωση που νιώθουμε ότι δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για αυτά τα ζητήματα, προτιμότερο είναι πρώτα να προετοιμαστούμε και να τα δουλέψουμε.

  • Είναι πολύ σημαντικό να του μάθουμε όλα τα μέρη του σώματος, χρησιμοποιώντας τις σωστές ονομασίες, χωρίς να χρησιμοποιούμε υποκοριστικά. Γνωρίζοντας τα σωστά ονόματα, δημιουργείται μεγαλύτερη ασφάλεια καθώς έτσι δεν μπορούν να δημιουργηθούν παρανοήσεις στην επικοινωνία. Οι σωστές ονομασίες όπως αιδοίο, κόλπος, όρχεις, πέος, στήθος μπορούν να χρησιμοποιούνται, γνωρίζοντας, όμως, πως μπορεί να χρειαστεί χρόνος ώστε να εξοικειωθούμε με αυτές.

  • Σεβόμαστε τη μη επιθυμία του παιδιού για αγγίγματα (αγκαλιά, φιλί) είτε είναι από εμάς είτε είναι από άλλα οικεία πρόσωπα. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά καταλαβαίνουν ότι σεβόμαστε τα προσωπικά τους όρια και τα μαθαίνουμε να λένε «όχι».

  • Τονίζουμε την σημαντικότητα της έννοιας των ορίων του σώματος. Αυτό σημαίνει ότι ούτε εμείς επιτρέπουμε στο παιδί να μας αγγίζει με τρόπο που μας φέρνει δυσφορία, παραδειγματίζοντας έτσι, πώς μπορεί να αντιδρά σε κάτι ανάλογο.

  • Ακούμε τις επιθυμίες του, δεν το ντύνουμε με το ζόρι και δεν το ακινητοποιούμε εκτός κι αν κρίνεται αναγκαίο (π.χ. για κάποια ιατρική πράξη ή για να αποφευχθεί ένας κίνδυνος). Ακόμα και για τα παραπάνω, πάντα ενημερώνουμε το παιδί από πριν, όταν αυτό είναι δυνατό, για το τί πρόκειται να συμβεί στη συνέχεια και μιλάμε για τις ενέργειές μας με συζήτηση, αποδεχόμενοι το συναίσθημα του παιδιού.

  • Χρειάζεται να μάθουμε στο παιδί να μην κρατάει μυστικά και ότι μπορεί να νιώθει άνετα να μας μιλήσει για οτιδήποτε.

  • Μαθαίνουμε στο παιδί να μπορεί να αρνηθεί, να πει «όχι» σε οτιδήποτε τον κάνει να νιώθει άβολα και να μπορεί να απευθυνθεί σε έναν ενήλικα που εμπιστεύεται. Με επαρκή πληροφόρηση, ένα παιδί είναι πολύ πιο σίγουρο στην υπεράσπιση του εαυτού του.

  • Συζητάμε και ενδιαφερόμαστε για την καθημερινότητα του παιδιού, κρατώντας φροντιστική και όχι κριτική στάση. Με αυτό τον τρόπο, χτίζεται σταδιακά η εμπιστοσύνη.

  • Παρατηρούμε την συμπεριφορά, την διάθεση του παιδιού μας καθώς και τις πιθανές αλλαγές. Συμπεριφορές, όπως έντονες συναισθηματικές αλλαγές, ανήσυχος ύπνος, αυτοτραυματισμοί, φόβος και άσχημες αντιδράσεις στο άγγιγμα είναι ορισμένες ενδείξεις που χρειάζεται να δώσουμε σημασία.

  • Κάνουμε γνωστό ότι είμαστε εδώ για να το ακούσουμε και να αντέξουμε αυτά που θέλει να μας πει. Η επικοινωνία μεταξύ γονέα και παιδιού χρειάζεται να είναι ανοιχτή χωρίς να είμαστε, αφενός, επικριτικοί, απόμακροι ή αυστηροί, και αφετέρου, ευάλωτοι ή αδύναμοι δίνοντας την εντύπωση πως δεν μπορούμε να αντέξουμε αυτά που θέλει να μας πει.


Μην ξεχνάτε:


Ένα παιδί, όταν είναι αρκετά ενημερωμένο, μειώνονται οι πιθανότητες να πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης ή έστω αν συμβεί κάτι, να μην αποκαλύψει κάτι που του έχει συμβεί.


Φροντίζουμε να επικοινωνούμε με τα παιδιά χρησιμοποιώντας τη δική τους γλώσσα με βάση το αναπτυξιακό-ηλικιακό στάδιο τους, και δίνοντας πληροφορίες που αντιλαμβανόμαστε ότι μπορούν να αφομοιώσουν. Ακόμη, επιτρέπουμε να μας γίνουν ερωτήσεις, κι όταν αισθανθούμε ότι κάτι δεν το γνωρίζουμε ή δεν νιώθουμε καλά να το απαντήσουμε, προτιμούμε να πούμε ότι δεν ξέρουμε και ότι θα επανέλθουμε αργότερα με απάντηση.


Προσπαθούμε να μην τρομοκρατήσουμε το παιδί. Οποιαδήποτε ενημέρωση προς εκείνο είναι με γνώμονα την αυτοπροστασία του και την ασφάλειά του. Αν μεταφέρουμε στο παιδί το άγχος μας για αυτό, μπορεί να ισοδυναμεί και με μεταφορά ευθύνης.


Ρογδάκη Χριστίνα

ψυχολόγος